Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Συνέχεια περί κριτικής

Φίλος αγαπητός μου έστειλε ένα μήνυμα για το άρθρο που έγραψα περί «Κριτικής».
Το προσυπογράφω με χαρά.

«Ο Όσκαρ Ουάϊλντ είπε κάποτε: Όταν δεν συμφωνούν οι κριτικοί με τα γραφτά μου, εγώ συμφωνώ με μένα.
Δεν υπάρχουν κακά ή καλά βιβλία.
Υπάρχουν καλογραμμένα ή κακογραμμένα, αυτά που έχουν αισθητική, κομψότητα, ύφος και ήθος, μα πάνω απ’ όλα μπορούν να μιλούν στην ψυχή.
Οι όψιμοι κριτικοί ας περιμένουν εκατό χρόνια και τότε ας κρίνουν το έργο μου…»

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Μια Κριτική…

Στο ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ των ΝΕΩΝ (ΣΑΒΒΑΤΟΚΎΡΙΑΚΟ 18-19 Οκτωβρίου 2008) ο κ. Πέτρος Τατσόπουλος έγραψε μια κριτική για το βιβλίο του Ε. Αδαμάκη «Ανήρ εκδιδόμενος» από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Εκτός από συγγραφέας, ο κ. Τατσόπουλος συχνά ασχολείται και με την κριτική βιβλίων.

Από την συγκεκριμένη κριτική του, αντιγράφω την τελευταία παράγραφο:

"…(εικάζουμε από τα συμφραζόμενα ότι ο συγγραφέας κοντεύει ή πατάει στα τριάντα πέντε), αλλά ένα λαϊκό μελόδραμα που – εξαιρέσει των ωμών σεξουαλικών σκηνών, ολότελα περιττών άλλωστε από πλευράς αφηγηματικής οικονομίας –θα το ζήλευε η Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου ή η σύγχρονη μετεμψύχωσή της, η Λένα Μαντά."

Θα ήθελα να σημειώσω τα εξής. Ο κ. Τατσόπουλος είναι πάρα πολύ νέος για να γνωρίζει τα βιβλία της αείμνηστης Μπουκουβάλας-Αναγνώστου, εκτός αν τα βρήκε σε κάποια συλλογή ή βιβλιοθήκη και τα διάβασε. Αν είναι έτσι θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ουδέποτε εκείνη η συγγραφέας χρησιμοποίησε με την γραφίδα της εκφράσεις «ωμών σεξουαλικών σκηνών», όχι μόνο γιατί δεν ήταν το στυλ γραφής της, αλλά την εποχή εκείνη κείμενα σαν τα σημερινά που διαβάζουμε, επέσυραν αυτόφωρη καταδίκη και φυλάκιση μη εξαγοράσιμη. Ακόμα εκείνη την εποχή, όσοι έγραφαν, σέβονταν τον αναγνώστη και ήταν αδιανόητο να γραφεί η παραμικρή βωμολοχία και η χυδαία γλώσσα -που όλο και πιο συχνά συναντάμε σήμερα- ήταν εκτός παιδείας όλων ανεξαιρέτως των συγγραφέων.

Από πού λοιπόν ο κ. Τατσόπουλος αντλεί το δικαίωμα να θεωρεί την κ. Λένα Μαντά «μετεμψύχωση» της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου και εμμέσως πλην σαφώς να την «καρφώνει»; Κάποια πράγματα πρέπει να τα λέμε με το όνομα τους.

Δεν είναι επιτρεπτό από κανένα –ιδίως μάλιστα από συγγραφείς και όχι μόνο από λόγους αβρότητας- να κάνουν αυτού του είδους τις παρομοιώσεις ή να ασκούν αυτού του είδους την «κριτική». Ποιος τους κάλεσε, ποιος τους διόρισε και ποιος τους έδωσε αυτό το δικαίωμα; Το πολύ πολύ που δικαιούνται να γράψουν είναι αν τους άρεσε ή όχι ένα βιβλίο. Είναι τουλάχιστον άκομψο από έναν συγγραφέα να κατακρίνει, να ειρωνεύεται ή να κακοποιεί τα γραπτά ενός άλλου συγγραφέα και πολύ περισσότερο να παρομοιάζει απαξιωτικά το έργο του άλλου. Μέσα από μια «αρνητική» κριτική νομίζουν όλοι αυτοί οι επίδοξοι Κριτικοί ότι ανεβάζουν το δικό τους λογοτεχνικό προφίλ ή μήπως το περισπούδαστο του «ταλέντου» τους; Και είναι περίεργο ότι ασχολούνται με συγγραφείς που –καθώς φαίνεται- τους ενοχλεί η εκδοτική τους επιτυχία. Και εγώ υπήρξα θύμα μιας τέτοιας «περισπούδαστης» κριτικής όταν κάποιος Κριτικός που ανήκει στην ελίτ της σημερινής διανόησης –και που δεν τον διαβάζουν παρά μια εκατοντάδα το πολύ αναγνωστών- ερωτηθείς από το περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ για τα Βραβεία Αναγνωστών απάντησε πως: «ε! ξεκινήσαμε για λόγους αβρότητας με γυναίκες με την Φακίνου και την Καρυστιάνη και θα καταλήξουμε στον Πολυράκη και τον Καρακάση….»

Αν είχα γράψει ένα σονέτο σαν αυτό… Πράσινες αγελάδες μουγκανίζουν προς τα κίτρινα σύννεφα ερωτικά τραγούδια ε! τότε θα ήμουν και εγώ «διανοούμενος» αυτής της ελίτ.

Να μου λείπει. Είμαι αυτός που είμαι, γράφω αυτά που γράφω και όποιου δεν του αρέσει ας κάτσει στα αβγά του και ας βγάλει τον… αμίλητο.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Η παρουσίαση του Παιδιού της Αγάπης στο Ναύπλιο

19 Μαϊ 2008

Το Σάββατο που πέρασε πραγματοποιήθηκε και η παρουσίαση του Παιδιού της Αγάπης στο Ναύπλιο, στη πατρίδα μου. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη, για πολλούς λόγους.

Καταρχήν η αίθουσα που μας φιλοξένησε, το Βουλευτικό, κουβαλάει μια ολόκληρη ιστορία πίσω του, αφού στο κτίριο αυτό στεγάστηκε η Βουλή της επαναστατημένης Ελλάδας κι ήταν μεγάλη τιμή για μένα να βρεθώ εκεί με πρωταγωνιστή το βιβλίο μου.
Χρονολογείται περί το 1730, στα χρόνια της δεύτερης τουρκοκρατίας της πόλης και χτίστηκε αρχικά ως τζαμί. Έχει οικοδομηθεί με το σύστημα της ισόδομης λοξευτής τοιχοποιίας κι αποτελείται από μια τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με μεγάλο τρούλο. Μετά την απελευθέρωση της πόλης στο τζαμί αυτό στεγάστηκε η Βουλή των Ελλήνων από το φθινόπωρο του 1825 ως την άνοιξη του 1826, αφού πρώτα διαμορφώθηκε κατάλληλα από τον αρχιτέκτονα Βαλλιάνο. Αυτή υπήρξε και η σπουδαιότερη χρήση του και με την ονομασία Βουλευτικό έχει μείνει γνωστό μέχρι σήμερα.
Περισσότερα για το Βουλευτικό μπορείτε να βρείτε εδώ.

Ο δεύτερος λόγος της συγκίνησής μου ήταν η παρουσία αγαπημένων ανθρώπων. Των πιο αγαπημένων ανθρώπων. Σήκωνα τα μάτια μου κι αντίκρυζα τα βουρκωμένα μάτια των γονιών και της αδελφής μου, των πρώτων αναγνωστών του βιβλίου μου. Είναι εκείνοι που με παρακίνησαν να στείλω την ιστορία του Στέλιου στον εκδοτικό οίκο, ήταν εκείνοι που με έπεισαν πως ναι, μπορεί να γίνει ένα καλό βιβλίο αυτή η καταγραφή των συναισθημάτων μου, αυτή η εξομολόγηση.

Και ολόγυρά τους άλλα αγαπημένα πρόσωπα, συγγενείς, φίλοι, άνθρωποι που θυμάμαι στη ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Με καμάρωναν. Πιο δίπλα οι φίλες αναγνώστριές μου που ήρθαν από μακριά - η μια από την Αθήνα (η Κλημεντίνη) κι η άλλη από την Πάτρα (η Χαρά, γνωστή στη μπλογκόσφαιρα ως Ζαχαρούλα), καθώς και η γλυκιά μου Αλίκη από το Ναύπλιο (Άσπρα Κοχύλια), την οποία επίσης γνώρισα από το ιστολόγιο και μου έκανε την τιμή να έρθει να με γνωρίσει από κοντά.

Καταλαβαίνετε τη χαρά μου...

Μέσα σε όλο αυτόν τον κόσμο, η πανταχού παρούσα Πόπη Γαλάτουλα των εκδόσεων Ψυχογιός και δίπλα της... μα φυσικά η Λένα μου, η Λένα Μαντά με τον αγαπημένο της (και αγαπημένο μας) Γιώργο. Η Λένα, που αν και λίγα μέτρα μακριά μου, ένιωθα να μου κρατά το χέρι σε όλη τη διάρκεια της παρουσίασης.
Αφανής ήρωας ο Γιάννος μου, που γι άλλη μια φορά ανέλαβε χρέη φωτογράφου (θα του βγει τ'όνομα στο τέλος!). Ο σύντροφος της ζωής μου, ο καθρέφτης μου. Πάντα στο πλευρό μου να με φωτίζει με την αγάπη του.

Καθήσαμε στο πάνελ και δίπλα μου ο κύριος Κώστας Καρακάσης άρχισε να μιλά για το βιβλίο μου κι εγώ ένιωθα τα δάκρυα ν'ανεβαίνουν επικίνδυνα στα μάτια μου! Άπλωσε το χέρι του και κράτησε το δικό μου και τ'αυτιά μου δεν πίστευαν αυτά που άκουγαν! Είπε ότι με νιώθει σαν κόρη του, μίλησε για μένα και για το έργο μου με περίσσια αγάπη. Η Ντόρια Μαρνέρη μας ταξίδεψε με την αισθαντική φωνή της, διαβάζοντας αποσπάσματα από το βιβλίο. Όπως της έγραψα και στην αφιέρωση στο βιβλίο μου, μ'έκανε ν'αγαπήσω τον Στέλιο ακόμα περισσότερο κι από τότε που έγραφα την ιστορία του...

Δε θέλω να πω άλλα λόγια για την παρουσίαση, παρά μόνο ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους ανέφερα παραπάνω. Όλοι όσοι παρευρεθήκατε αλλά και όλοι εσείς που διαβάζετε τώρα τα λόγια αυτά, αποτελείτε την πηγή της ευτυχίας μου και τροφοδοτείτε το χαμόγελό μου. Χάρη σε σας παίρνω κουράγιο να συνεχίσω να γράφω και να σας χαρίσω πολλά ακόμα ταξίδια, όπως σας υποσχέθηκα.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!...


Με τον κο Καρακάση και την αδελφή του, τη Λένα Μαντά και τους πολυαγαπημένους μου γονείς.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Προτείνω

Συνάντησα πριν λίγες ημέρες μια φίλη καθώς έκανα τον απογευματινό μου περίπατο στον γύρο της «Αρβανιτιάς». Παρεμπιπτόντως, όσοι δεν έχετε κάνει αυτή την βόλτα όταν ξανάρθετε στο Ναύπλιο χειμώνα-καλοκαίρι είναι σκέτη μαγεία. Ιδίως για τους ερωτευμένους και τους απλά ρομαντικούς.

Ακολούθησε λοιπόν αυτός ο διάλογος ανάμεσά μας.

«Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω κύριε Καρακάση».

«Και εγώ το ίδιο κυρία μου…»

«Αχ…!

(νόμισα για μια στιγμή ότι την είχε πονέσει ο κάλος της από την ένταση και το ύφος της κραυγής). Διάβασα το βιβλίο σας «Η Αγάπη δεν έχει τέλος» και πραγματικά μαγεύτηκα, συγκινήθηκα…»

…………

«Το διάβασα τρεις φορές ξέρετε!»

(Στάση και ύφος θριάμβου, αλλά πως μπορούσα να το ξέρω ο άμοιρος;)

«Και όχι μόνο αυτό. Το διάβασαν οι εξαδέλφες και οι ανιψιές μου, επτά τον αριθμό παρακαλώ…!»

(Ο θρίαμβος της φωνής, μετατρέπεται σε Ρωμαϊκή φιέστα!)

«Τους το κάνατε δώρο…;» (ρωτώ αφελώς και με το αθωώτερο ύφος μου)

«Όχι… τους το δάνεισα…! Έγινε καβγάς μέγας για να πάρουν σειρά!»


Ανώμαλη προσγείωση.

Ναι μεν απόκτησα επτά επιπλέον αναγνώστριες, αλλά…


«Και εμείς πως θα ζήσουμε αγαπητή μου Κλεοπάτρα…?» (ρωτώ επιθετικά) «Ένα βιβλίο είναι ένας μικρός ατομικός θησαυρός που πρέπει να τον έχετε μη στάξει και μη βρέξει στις βιβλιοθήκες σας… Μπορείτε να δανείσετε τον σύζυγό σας αλλά ποτέ ένα βιβλίο… το είπε ξέρετε ο Ουίνστον Τσώρτσηλ…» (Που να το ξέρει…)

Ύφος κεραυνοβολημένης στρουθοκαμήλου! Με κοιτά και αισθάνομαι ότι μάλλον έχω μετατραπεί σε UFO. Σίγουρα δεν είμαι εγώ και σύμφωνα με αυτό που διαβάζω στα μάτια της. Μπαίνει στο υπερπολυτελές τζιπ της και εξαφανίζεται -μάλλον οργισμένη-

Αυτή η μικρή ιστορία αγαπητοί φίλοι έχει επαναληφθεί -με διάφορες μικροπαραλλαγές- αμέτρητες φορές. Και όλοι οι συνάδελφοι συγγραφείς σίγουρα έχουν βιώσει παρόμοιες ιστορίες με τα δικά τους βιβλία.

Απορώ πως δεν έχει ξεκινήσει κανένας μια εκστρατεία για την διαφώτιση του κοινού, η αν θέλετε για την «αγωγή» των αναγνωστών, πάνω στο θέμα του δανεισμού βιβλίων. Θα προσθέσω δε και κάτι ακόμα που είναι πέρα για πέρα αληθινό. Σε κάποια Δημόσια Βιβλιοθήκη μιας επαρχιακής πόλης, ακόμα δανείζουν την «Αθηνά» με σειρά προτεραιότητας (!) οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία της. Καταλαβαίνω ότι για πολλούς ίσως, ακόμα και η αγορά ενός βιβλίου μπορεί να είναι ακριβή. Ιδίως στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς. Αλλά κάποτε, κάποιος πρέπει να υψώσει την φωνή του ενάντια σ’ αυτή την αθέμιτη συμπεριφορά ορισμένων αναγνωστών.

Προτείνω

λοιπόν σε όλους τους συναδέλφους συγγραφείς και εκδότες να ξεκινήσουν μια εκστρατεία διαφωτισμού του κοινού με σύνθημα

«Χαρίστε ένα βιβλίο. Μην το δανείζετε».

Ας τυπωθούν μερικές χιλιάδες αυτοκόλλητα, να μοιραστούν μαζί με τα βιβλία, στις εκθέσεις, στα βιβλιοπωλεία, στα σχολεία, ας τυπωθεί ακόμα και σε μια άκρη των νέων βιβλίων που θα κυκλοφορήσουν, ας γίνει κάτι τέλος πάντων.

Και μπορεί έτσι, μία των ημερών, το χαμηλότερο ποσοστό αναγνωστών της Ε.Ε. που κατέχει η χώρα μας να το δούμε να αυξάνει θεαματικά.

Μακάρι.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Ευλογήθηκα να ξαναγίνω νέος γράφοντας

Εφημερίδα Καθημερινή – Κυριακή 12 Μαρτίου 2006

Tης OΛΓΑΣ ΣΕΛΛΑ



Στα 65 του ο Kώστας Kαρακάσης κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο το οποίο αποτέλεσε εκδοτικό θρίαμβο 130.000 αντιτύπων

Πρωτοεμφανιζόμενος και ευπώλητος στα 65 του! O Kώστας Kαρακάσης κατόρθωσε κάτι καθόλου αυτονόητο: το πρώτο του βιβλίο έχει πουλήσει μέχρι σήμερα -χωρίς να γραφτεί τίποτα- 130 χιλιάδες αντίτυπα. Πριν από λίγες μέρες, ο Kώστας Kαρακάσης, με αφορμή την έκδοση δύο ακόμα βιβλίων του, του μυθιστορήματος «H αγάπη δεν έχει τέλος» και των διηγημάτων «Iστορίες για τον Θεό και τον άνθρωπο» αποφάσισε να γίνει περισσότερο «επιθετικός». Έτσι, άφησε το μόνιμο καταφύγιό του στο Nαύπλιο, και κάλεσε τους δημοσιογράφους σ’ ένα γεύμα γνωριμίας, συνοδευόμενος από τον καλό του άγγελο, την αδελφή του Pόνα και τον εκδότη του, Θανάση Ψυχογιό. Aνταποκριθήκαμε, αφού πλέον η εκδοτική του πορεία έχει από μόνη της δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

H επιτυχημένη διαδρομή τον ακολουθεί και στο τελευταίο του μυθιστόρημα, αφού σε τρεις εβδομάδες κυκλοφορίας έχει πουλήσει δώδεκα χιλιάδες αντίτυπα. «Όταν οι άλλοι κλείνουν τον κύκλο της ζωής τους, εγώ ευλογήθηκα να ξαναγίνω νέος και να αρχίσω να γράφω», ήταν η πρώτη του αιτιολόγηση για την όψιμη συγγραφική του πορεία.

Eυγενής, ιπποτικός, με μια αύρα κοσμοπολιτισμού και μεγαλοαστικής καταγωγής. Καθόλου τυχαία όλα αυτά, αφού ο Kώστας Kαρακάσης γεννήθηκε το 1936 στην Aίγυπτο και σπούδασε στην Ξενάκειο Σχολή του Kαΐρου. «Γεννήθηκα στους Oλυμπιακούς Aγώνες του Bερολίνου, το ’36 και ευτύχησα να δω τους Oλυμπιακούς της Aθήνας».



Πολυτέλεια το γράψιμο

Του αρέσει να διηγείται ιστορίες, και τις διηγείται ωραία, ιδιαίτερα από τα χρόνια που υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό. «Δεν μπορέσαμε να σπουδάσουμε τότε», λέει. Ήρθε στην Ελλάδα με το πρώτο πλοίο που έκανε τη διαδρομή Κάιρο - Πειραιάς, το «Κορινθία», το 1945, σ’ ένα ταξίδι 17 ημερών. «Έφτασα σ’ έναν βομβαρδισμένο Πειραιά και το πρώτο σοκ που υπέστην ήταν το υβρεολόγιο των ανθρώπων στο λιμάνι. Εμείς δεν τα είχαμε συνηθίσει αυτά». Θυμάται με συγκίνηση τα δύσκολα χρόνια που έζησε κι αυτός αμέσως μετά την Κατοχή και στα χρόνια του Εμφυλίου: «Το 1946, η πιο αγαπημένη μας στιγμή ήταν το βούτηγμα του ψωμιού μας στο τηγανόλαδο της θείας μας»!

Γιατί άργησε τόσο πολύ να γράψει; Ομολογεί ότι από 18 ετών έγραφε ποιήματα, αλλά «είμαι πολύ κακός ποιητής και δεν θα τα εκδώσω ποτέ». O κυριότερος λόγος όμως είναι η ανάγκη της επιβίωσης και τα σκληρά γεγονότα που συντάραξαν τα χρόνια της νιότης του. «Έζησα έναν Παγκόσμιο, έναν Εμφύλιο και πολλά άλλα γεγονότα. Στην εποχή μου, το να γράφει κάποιος ήταν λίγο πολυτέλεια».



Από στόμα σε στόμα

O Kώστας Kαρακάσης ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων που κάποια στιγμή, χωρίς να το έχουν φανταστεί πριν, έπιασαν το μολύβι ή το κομπιούτερ και έγραψαν ένα βιβλίο. Έτσι απλά. Προσωπικές αναμνήσεις, λυρισμός, μακρόχρονες ιστορίες αγάπης είναι ο καμβάς των ιστοριών τους. Το πρώτο του βιβλίο, «Αθηνά, ευτυχώς που δεν γεννήθηκα όμορφη» εκτυλίσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα, στη Ρωσία, τη Βενετιά, την Αίγυπτο. Το πιο πρόσφατο, «H αγάπη δεν έχει τέλος», φόντο έχει τη Σμύρνη λίγο πριν από την καταστροφή του ’22. H διάδοση από στόμα σε στόμα εξασφάλισε στον συγγραφέα ένα πολυπληθές αναγνωστικό κοινό. O ίδιος δεν κομπάζει: «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια συνήθης ερωτική ιστορία. Αλλά όπως σε κάθε ιστορία, υπάρχουν μηνύματα. Είναι ένα βατό μυθιστόρημα», λέει και δεν διστάζει να ομολογήσει ότι έχει γράψει ένα βιβλίο που του το έχουν απορρίψει όλοι, ακόμα και ο εκδοτικός οίκος απ’ όπου κυκλοφορούν τα βιβλία του.



H κληρονομιά και η τεχνολογία

Τη φλέβα του πολιτισμού την κληρονόμησε από την πλευρά του πατέρα του. O θείος του, Σταύρος Kαρακάσης, έχει μεταφράσει τον Καβάφη στα γαλλικά. H θεία του ήταν σοπράνο στο Κάιρο. Όσο για τη μητέρα του, ήταν η πρώτη που τραγουδούσε τις οπερέτες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, πριν ανεβούν στη σκηνή, αφού τα δύο σπίτια γειτόνευαν στο Φάληρο. O συνθέτης έβγαινε στο μπαλκόνι -διηγείται σήμερα ο K. Kαρακάσης- και φώναζε τη μητέρα του: «Mαράκι, έλα να κάνουμε μια πρόβα»...

«Μου έδωσε την ευκαιρία η ζωή να γεμίσω το λαγήνι της ζωής μου με πάρα πολλά πράγματα». Και φαίνεται ότι ακόμα έχει διάθεση να το γεμίζει, αφού μαθαίνει οτιδήποτε σχετίζεται με τη νέα τεχνολογία, η οποία τον γοητεύει. Kι αν φαίνεται αυτονόητο οι εικοσάχρονοι να είναι εξοικειωμένοι με τα κομπιούτερ, τα πληκτρολόγια, τα google, και τα κινητά, ο 70χρονος σήμερα Kώστας Kαρακάσης δεν θέλει να διαφέρει καθόλου. Kι όχι από μια πεισματική επιστροφή στη νιότη, αλλά από μια διάθεση να δοκιμάζει και να μετέχει, κάτι που είναι φανερό σε όλες του τις κινήσεις και τις επιλογές. Έτσι, λίγο πριν αρχίσει να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, η αδελφή του τού έστειλε από την Αθήνα ένα καινούργιο λάπτοπ και ήταν αυτό η μισή ώθηση. Μέσα σε τρεις μήνες (ο K. Kαρακάσης δεν έχει κανένα πρόβλημα να το ομολογήσει) έγραψε ένα βιβλίο 700 περίπου σελίδων! Δεν γράφει όμως μόνο τα βιβλία του στο κομπιούτερ. Είναι το μέσον επικοινωνίας του, αφού στα αυτιά των βιβλίων του μετρήσαμε τρεις διευθύνσεις e-mail στις οποίες απαντά! H αγάπη -για το καινούργιο- δεν έχει τέλος!

Οικογένεια Στεφανόπουλων

Μια αποτυχημένη απόπειρα μετοικεσίας

Οι δύο μεγάλες οικογένειες, Μέδικοι και Στεφανόπουλοι, θα ηγεμονεύσουν την Μάνη για αιώνες και σε συνεργασία με την Βενετία, θα επιχειρήσουν για άλλη μια φορά να απελευθερώσουν την Πελοπόννησο από τον Τουρκικό ζυγό.

Η Βενετία θα στείλει τον Φρανσίσκο Μοροζίνη με στόλο στην Καλαμάτα και οι Μανιάτες θα τον συνδράμουν με χερσαίες δυνάμεις στην κοινή πολιορκία της πόλης, η οποία δεν θα αργήσει να παραδοθεί. Μετά απ’ αυτή την επιτυχία οι Μανιάτες ζήτησαν από τον Μοροζίνη να προχωρήσουν μαζί στις επόμενες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά επειδή η πολιορκία της Κρήτης από τους Τούρκους είχε φέρει σε δεινή θέση τους εκεί Ενετούς, ο Μοροζίνης εγκατέλειψε τους Μανιάτες αβοήθητους και μόνους για άλλη μια φορά.

Απογοητευμένοι και πικραμένοι οι Μανιάτες και μπροστά στις αναμενόμενες συνέπειες που θα υφίσταντο εκ μέρους της Τουρκίας, απεφάσισαν με πρωτοβουλία των δύο μεγάλων οικογενειών, να έρθουν σε επαφή με την δειναστεύουσα οικογένεια των Μεδίκων της Φλωρεντίας, προκειμένου να μεταναστεύσουν στην Τοσκάνη (1663).

Πράγματι μια αντιπροσωπεία με επικεφαλής ένα μέλος της κάθε οικογένειας, μετέβη στην Φλωρεντία και συναντήθηκε με τον Δούκα Φερδινάνδο Μέδικο, ο οποίος τους δέχτηκε με εξαιρετική εύνοια και μάλιστα ενέκρινε το αίτημα των Μανιατών να εγκατασταθούν στην περιοχή της Τοσκάνης.

Συνετάχθη μάλιστα και σχετικό Πρωτόκολλο, το κείμενο του οποίου διεσώθη μέχρι τις ημέρες μας. Αλλά η συμφωνία αυτή, δεν πραγματοποιήθηκε εκείνη την χρονιά, αλλά αργότερα και χωριστά για τις δύο οικογένειες, εξ αιτίας του αδελφοκτόνου πολέμου (σημ. βλέπε Λιμπεράκη Γερακάρη) που ξέσπασε ανάμεσα στους Μεδίκους και τους Στεφανόπουλους.

Τελικά οι μεν Μέδικοι μετανάστευσαν στην Φλωρεντία (Τοσκάνη) το 1670-71 οι δε Στεφανόπουλοι το 1674-75 στην περιοχή της Γένοβας πρώτα και στην συνέχεια στην Κορσική.



Η τελική μετοικεσία και η παρακμή

Μετά από όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα, με την συνεχή παρακολούθηση πλέον των Τούρκων, την εξάντληση της Μάνης σε έμψυχο υλικό, αλλά και μπροστά στο δίλημμα να υποταχθούν στους ακόμα πιο σκληρούς όρους που έθεταν οι Τούρκοι, απεφασίσθη τελεσίδικα αυτή την φορά, ο εκπατρισμός των δύο μεγάλων οικογενειών.

Πρώτοι έφυγαν οι Μέδικοι για την Τοσκάνη και μετά οι Στεφανόπουλοι για την περιοχή της Γένουας και στην συνέχεια στην Κορσική. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 3.000 άνθρωποι -μέλη και συγγενείς των δύο οικογενειών- εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη και διασώζονται οι περιγραφές των τελευταίων τραγικών στιγμών της αναχώρησής των.

Τόσο οι Μέδικοι όσο και οι Στεφανόπουλοι, θα βρεθούν σύντομα στον κλοιό της Καθολικής εκκλησίας, θα προσηλυτιστούν και σιγά σιγά, μακριά από την αγαπημένη τους γη, θα αφομοιωθούν και θα χάσουν τις μνήμες που τους έδεναν με τα πάτρια εδάφη.

Όλες αυτές οι ψυχές θα σβηστούν από τους χάρτες της Μάνης που θα τους θρηνεί σαν παντοτινά χαμένους, αν και φαίνεται ότι οι Στεφανόπουλοι της Κορσικής «άντεξαν» περισσότερο στην πίεση της αφομοίωσής τους.

Πολλές γενιές αργότερα, η Δούκισσα Λάουρα Σαιν-Μαρτέν Περμόν ντ' Αμπραντές, (1784 - 1838) κόρη του Γάλλου Περόν και της Ελληνίδας Πανώριας Κομνηνού και μετέπειτα συζύγου του Στρατάρχη του Ναπολέοντος Ζυνό, έγραψε στα απομνημονεύματά της και προσπάθησε μέσω αυτών να αποδείξει με Ιστορικούς ισχυρισμούς, ότι ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν Ελληνικής καταγωγής, προερχόμενος μάλιστα από τους καταφυγόντες από την Μάνη στην Κορσική πρόσφυγες Κομνηνούς.

Υποτίθεται ότι το όνομα Βοναπάρτης προερχόταν από την Οικογένεια του Καλόμερου Κομνηνού που στα Ιταλικά είχε γίνει Buonaparte = Βοναπάρτης.

Γεγονός πάντως είναι ότι το 1808 ο Ναπολέων σχεδίαζε να επιτεθεί κατά της Τουρκίας, και έστειλε στην Μάνη «τους δύο αδελφούς Δήμο και Νικολό Στεφανόπουλους Κορσικανούς εμπίστους του εξ Οιτύλου καταγομένους, με επιστολήν και ειδικήν εντολήν προς τον Τζανήμπεην ίνα συνεννοηθώσι και λάβωσι παρ’ αυτού, αναγκαίας πληροφορίας περί της πολεμικής καταστάσεως και πιθανής συνεργασίας των Μανιατών...».

Ο Τζανήμπεης τους δέχτηκε με εξαιρετική φιλοξενία και τους παρέδωσε ένα άγαλμα της Ελευθερίας το οποίο αγαπούσαν ιδιαίτερα οι Μανιάτες, για να το παραδώσουν στον Ναπολέοντα, μαζί με τα αισθήματα φιλίας των Μανιατών. Το άγαλμα αυτό βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου, σαν ανάμνηση αυτής της επαφής με τον Ναπολέοντα.

Ίσως τελικά οι Στεφανόπουλοι, ζώντας στα άγρια τοπία της Κορσικής να κρατούσαν πιο ισχυρή την μνήμη της μακρινής πατρίδας και τελικά στην κονίστρα της Ιστορίας, είχαν κερδίσει τους Μεδίκους, χαρίζοντας στον Κόσμο έναν Ναπολέοντα που με την μεγαλοφυΐα του δεν θα μπορούσε παρά να έχει στο αίμα του κάτι Ελληνικό.



Αυλαία

Δεν είναι δυνατόν φίλε αναγνώστη να σε κουράσω άλλο. Η συνοδοιπορία μου μαζί σου, στην ατραπό της Μανιάτικης Ιστορίας θα είναι το ίδιο κακοτράχαλη και κουραστική και η ανάσα μας θα κόβεται σε κάθε γωνιά αυτής της αιματοβαμμένης γης, έτσι που κάποιος από τους δύο μας θ’ αποκάμει…

Πάνω από τα κιτρινισμένα φύλλα του παρελθόντος, καταγράφεται η απίστευτη πορεία και το δράμα αυτής της γης, που για 400 χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής της Ευρώπης.

Σουλτάνοι και Μ. Βεζυράδες, Δούκες, πρίγκιπες και Δόγηδες, η Αικατερίνη η Μεγάλη, ο Ορλώφ, ο Κατσαντώνης, ο Μοροζίνης και ο Ναπολέοντας, ο Ιμπραήμ και ο Κατσώνης, οι Κολοκοτρωναίοι και οι Μαυρομιχαλαίοι, είναι λίγα από τα ονόματα που έπαιξαν το καθένα τους, τον δικό του ρόλο στην τεράστια σκηνή όπου επαίζετο σε συνέχειες η τραγωδία της Μάνης.

Η Εθνική συνείδηση της Μάνης δεν θα πάψει να αγωνίζεται για την Ελευθερία, όχι μόνο για τη γη των πατέρων της, αλλά για όλη την Ελλάδα. Στις 17 Μαρτίου 1821 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης θα συνάξει όλους τους οπλαρχηγούς της Μάνης, στην εκκλησία των Ταξιαρχών στην Αρεόπολη και στην πλατεία αυτή, θα υψώσει τη σημαία της Επανάστασης 8 ημέρες πριν από την Αγία Λαύρα.

Οι αγώνες των Μανιατών για την ανεξαρτησία και οι αμέτρητες θυσίες είναι γνωστές. Αλλά και μετά, δεν θα βάλουν το σπαθί στο θηκάρι του. Μανιάτες εθελοντές θα πολεμήσουν στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης και της Μακεδονίας και μέχρι τα πρόσφατα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη Ιστορία η Μάνη ήταν παρούσα. Στο διάβα των αιώνων, ο απόηχος των Θερμοπυλών, θα ηχεί σαν η παντοτινή φωνή της…

Ώ ξειν αγγέλειν τοις Λακεδαιμονίοις... Νοερά στέλνω την ματιά μου στις καψαλιασμένες σάρκες της και ένας κόμπος στέκεται στον λαιμό μου.

Σε καιρούς χαλεπούς σαν τους σημερινούς, η λέξη “παραμύθι” δεν μπορεί να καλύψει το καταστάλαγμα που μένει στην ψυχή σου, αν μπορέσεις ν’ ακουμπήσεις έστω για λίγο, την πυρακτωμένη αυτή γη.

Να γιατί αυτό το οδοιπορικό δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, παρά μια επιτροχάδην αφή, πάνω σ’ αυτό το σώμα που είναι γεμάτο ουλές και σημάδια.

Η ομορφιά της Μάνης, δεν βρίσκεται ούτε στα τοπία της, ούτε στους πύργους και τα γυμνά βουνά της. Η ομορφιά της Μάνης, είναι η Ιστορία της. Είναι η αδιάκοπη και αδάμαστη Ελληνική της φωνή.

Και όπως η Ποίηση δεν περιγράφεται έτσι και η Μάνη -το ξαναλέω- δεν περιγράφεται. Αλλά όσοι αγαπούν την ποίηση, τότε σίγουρα μπορούν ν’ αγαπήσουν και την Μάνη. Γιατί από μόνη της, συνιστά την ομορφότερη επιτομή Ποίησης που έγραψε η Ελληνική ψυχή!

Κωνσταντίνος Καρακάσης έγραψεν Ναύπλιο - Οκτώβριος 1998


Υ.Γ.
Χρωστώ θερμές ευχαριστίες στους φίλους που βοήθησαν σ’ αυτή την γραφή. Ιδιαίτερα στους κ.κ. Δημ. Παναγιωταρέα, Σπύρο και Μιχάλη Μπατσινίλα.



To άρθρο μου αυτό δημοσιεύθηκε στο Ελληνικό Πανόραμα (Αρ. Τεύχους 11 - Δεκέμβριος 1998).

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Καλή Αρχή…

Χαιρετώ όλους τους φίλους και τις φίλες για τούτη την επίσκεψη στο blog μου. Κανονικά θα έπρεπε να το είχα φτιάξει αρκετές δεκαετίες πριν, αλλά τότε δεν υπήρχαν ούτε Η/Υ ούτε ΝΕΤ, ούτε τίποτα απ’ αυτά τα θαυμαστά της τεχνολογίας.

Και για να είμαι «ΙΝ», έπρεπε αναγκαστικά να τα μάθω.

Πράγμα που έκανα θέλοντας και μη…

Νάμαι λοιπόν μπροστά σας και πανέτοιμος να κάνουμε τις κουβεντούλες μας, να ανταλλάξουμε σκέψεις και απόψεις, να διαφωνήσουμε ή να συμφωνήσουμε και έτσι να ανανεώσουμε την «εντολή» των αρχαίων ημών προγόνων που πίστευαν ακράδαντα στον Διάλογο, εξ ου και η Διαλεκτική Σχολή που έμεινε από τότε το μονοπάτι να τα βρίσκουν οι άνθρωποι μεταξύ τους.

Χωρίς μπουνιές, χωρίς θυμούς και εξοργισμένους τόνους.

Που σημαίνει πως βάζουμε στα χείλη μα και στο μυαλό την αρχική αποδοχή του δικαιώματος του άλλου να διατυπώνει ελεύθερα την γνώμη του, ακόμα και αν… διαφωνούμε μαζί του.

Να μου ευχηθώ λοιπόν Καλή Αρχή, και σε εσάς όλους ένα ζεστό καλοσώρισμα.